Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

1986-04-24 Απάντηση σε άρθρο

Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ

Αθήνα 24-4-86

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ

Ανάμεσα στα διάφορα άρθρα που γράφτηκαν σχετικά με την πρόσφατη προκήρυξη της «17Ν», υπάρχουν —όπως πάντα— και μερικά που ξεπερνάνε τα όρια της χυδαιότητας και του γελοίου. Σ' αυτά τα άρθρα, πάγια ταχτική μας είναι να μην απαντάμε και να τα αγνοούμε. Σήμερα όμως θα κάνουμε μία εξαίρεση για συγκεκριμένο άρθρο όπου: η εφαρμογή της αρχής της γνωστής δημοσιογραφικής σχολής «διαστρέβλωνε, διαστρέβλωνε, όλο και κάτι θα μείνει» σε συνδυασμό με μια σουρεαλιστική ανανέωση της μαρξιστικής θεωρίας, οδήγησε σε μια σειρά από εξώφθαλμες και καραμπινάτες διαστρεβλώσεις των θέσεων μας, καθαρές συκοφαντίες εναντίον μας, με μέσο τις κλασσικές παραποιήσεις του μηχανιστικού και χυδαίου «μαρξισμού». Κι αυτές βέβαια εφόσον σερβίρονται μέσα σε μαρξιστικό περίβλημα επαναλαμβάνονται κι από άλλους, αφού κυριαρχεί η απουσία οποιασδήποτε κριτικής και ανάλυσης.
Βέβαια είναι γνωστό ότι η κοινωνία παντού και πάντα συκοφαντούσε τα επαναστατικά κινήματα και παραποιούσε τις θέσεις τους. Κι αυτά επιτυγχάνονταν καλύτερα αν παρουσιάζονταν σαν κριτική από αριστερή δήθεν σκοπιά κι όχι απ' τη πλευρά του κατεστημένου της κοινωνίας. Το ίδιο λοιπόν γίνεται και σήμερα και δεν υπάρχει καμμιά πρωτοτυπία. Η διαφορά είναι ότι υπάρχουν και ορισμένα όρια. Το γεγονός ότι έχουμε τη δυνατότητα" να μουντζουρώνουμε το χαρτί δεν σημαίνει ότι μπορούμε να γράφουμε ό,τι ανοησία μας περνάει απ' το κεφάλι.
Στο άρθρο αυτό λοιπόν, γραμμένο σε απογευματινή δημοκρατική εφημερίδα γνωστού συγκροτήματος, ο αρθρογράφος μας κατηγορεί ότι υποστηρίζουμε πως προϋπόθεση της ανάπτυξης είναι η δημιουργία εκείνων των συνθηκών που θα επιτρέψουν τη λειτουργία «έντιμων επιχειρηματιών» κι ότι η «ηθική» (λέξη γραμμένη μέσα σε εισαγωγικά σα να τόχουμε γράψει εμείς ενώ δεν αναφερόμαστε πουθενά σ' αυτήν) "αποτελεί μια απ' τις βασικότερες κινητήριες δυνάμεις του υγιούς καπιταλισμού". Πρόκειται όχι μόνο για διαστρέβλωση, παραποίηση και ψέμα, αφού εμείς λέμε ακριβώς το αντίθετο, αλλά και εφαρμογή μιας πρωτότυπης «μαρξιστικής» μεθοδολογίας που βγάζει μάτι.
Εμείς λέμε (σελ. 6): «Τέτιες επενδύσεις δεν μπορεί κι ούτε πρόκειται ν' αναλάβει η λματ για λόγους ευνόητους. Μόνο το κράτος μπορεί να τις αναλάβει και τότε μόνο θ' ακολουθήσουν και ορισμένοι ιδιώτες ντόπιοι ή ξένοι. Και σ' αυτή όμως την περίπτωση, ακόμα κι αν δεχτούμε σαν ακραία κι αφηρημένη υπόθεση ότι ένας απ' αυτούς τους καπιταλιστές της λματ μετατρέπεται σε σχετικά έντιμο επιχειρηματία που θέλει να βοηθήσει την ανάπτυξη της χώρας, η επένδυση του δεν πρόκειται να γίνει, στη σημερινή φάση παγκόσμιας κρίσης, παρά μόνο με μια προϋπόθεση, για λόγους καθαρά οικονομικούς: το κράτος όχι μόνο πρέπει να υποσχεθεί στα λόγια, αλλά πρέπει να δώσει σήμερα έμπραχτα την απόδειξη ότι μπορεί να δαμάσει αυτή τη λματ. Γιατί μόνο τότε θα σταματήσει η αφαίμαξη των κεφαλαίων, που αφαιρούνται σήμερα απ' τις παραγωγικές επενδύσεις, πηγαίνοντας να καλύπτουν συνεχεία διάφορα χρέη των προβληματικών και τις πάσης φύσης ζημιές απ' τις κομπίνες. Έτσι απ τη μια θα γίνουν επενδύσεις, κι απ την άλλη, στη σημερινή δύσκολη περίοδο, ο καπιταλιστής θα μπορεί να βασίζεται στη συμπαράσταση του κράτους σε περίπτωση πραγματικής δυσκολίας, αφού θα υπάρχει πράγματι η δυνατότητα απ' αυτή την απεμπλοκή. Αλλιώς ο "έντιμος επιχειρηματίας" που από τη σκοπιά του πιστεύει ότι επιδοτεί τους απαταιώνες της λματ θα βγει σίγουρα χαμένος, αφού δεν θα μπορεί να ελπίζει σε ουσιαστική κρατική βοήθεια».
Έτσι εμείς όχι μόνο δεν μιλάμε για «ηθική» που είναι δήθεν το κίνητρο του «έντιμου καπιταλιστή» αλλά λέμε ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλ. αυτός δεν θα επενδύσει, αφού θα βγει σίγουρα χαμένος, δηλαδή ότι οι οικονομικοί λόγοι είναι το κίνητρό του, της μη επένδυσης του. Έτσι η ρητά και καθαρά διατυπωμένη «ακραία κι αφηρημένη υπόθεση» ενός οικονομικού παράγοντα και της συνακόλουθης δραστηριότητας του, για ν' αποδείξουμε με συλλογισμούς το αδύνατο αυτής της δραστηριότητας και λειτουργίας, ισοδυναμεί για τον αρθρογράφο με αποδοχή εκ μέρους μας του παράγοντα και της δραστηριότητας του. Σύμφωνα μ' αυτήν την πρωτότυπη λογική, όταν ο Μαρξ κάνει την «υπερβολική υπόθεση», στο τρίτο βιβλίο του Κεφαλαίου, του καπιταλιστή με μηδέν σταθερό κεφάλαιο και αυτού με μη μεταβλητό, για να δείξει ότι και οι δύο, όπως και όλοι οι καπιταλιστές, συμμετέχουν στο μέσο ποσοστό κέρδους, ανεξάρτητα απ' το πόσους εργάτες εκμεταλλεύεται ο καθένας χωριστά, αυτό σημαίνει ότι ο Μαρξ αποδέχεται και τους καπιταλιστές κι ότι υποστηρίζει τη δημιουργία προϋποθέσεων για τη λειτουργία καπιταλισμού χωρίς σταθερό κεφάλαιο ή χωρίς εργάτες. Πρόκειται για επαναστατική ανακάλυψη τόσο στην επιστήμη της λογικής όσο και της Οικονομίας. Νέος λαμπρός Έλληνας δημοσιογράφος-οικονομολόγος έβαλε τα γυαλιά στην πλειάδα των κουτόφραγκων αστών οικονομολόγων που ένα αιώνα τώρα πασχίζουν ν' αναλύσουν, σχολιάσουν, διαστρεβλώσουν, κριτικάρουν και ανατρέψουν τη θεωρία του Μαρξ.
Πάρα κάτω ο αρθρογράφος, στην προσπάθεια του να ελαχιστοποιήσει και να περιορίσει τη σημασία για τη χώρα της δραστηριότητας της λματ, υποστηρίζει ότι οι κομπίνες, οι παρανομίες και τα χαριστικά δάνεια είναι κοινά χαρακτηριστικά όλων τα καπιταλιστικών χωρών στη φάση της ανάπτυξης τους, κατά συνέπεια ότι είναι αντιμαρξιστική η έννοια των «έντιμων καπιταλιστών», δηλ. αυτών που δεν κλέβουν δάνεια, δεν βγάζουν παράνομα συνάλλαγμα, δεν κάνουν απάτες σε βάρος της χώρας τους και του λαού τους. Ας δούμε λοιπόν τί λέει ο Μαρξ στο έργο «Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία», χωρίς βέβαια να θέλουμε να ισχυριστούμε ότι η σημερινή Ελλάδα είναι σαν τη Γαλλία του Λουδουβίκου Φιλίππου: «Ενώ η χρηματιστική αριστοκρατία (πιο πριν την έχει περιγράψει σαν τμήμα της αστικής τάξης αποτελούμενη από τραπεζίτες, βασιλιάδες του χρηματιστηρίου, βασιλιάδες των σιδηροδρόμων, ιδιοκτήτες ορυχείων, κάρβουνου και μεταλλείων σίδερου, ιδιοκτήτες δασών, και τμήμα της μεγάλης έγγειας ιδιοχτησίας που συμμάχησε μ' αυτή) υπαγόρευε τους νόμους, διαχειρίζονταν το κράτος, διέθετε όλες τις οργανωμένες δημόσιες εξουσίες, εξουσίαζε την κοινή γνώμη με τη δύναμη των γεγονότων και μέσω του τύπου, σ' όλες τις σφαίρες της κοινωνίας, απ' την αυλή μέχρι τα καφενεία, συνεχίζονταν η ίδια πορνεία, η ίδια ξετσίπωτη απάτη, η ίδια δίψα για πλουτισμό, όχι με την παραγωγή αλλά με τη δόλια υποκλοπή του υπάρχοντος πλούτου των άλλων (εμείς υπογραμμίζουμε). Στις κορυφές ιδιαίτερα της αστικής κοινωνίας, η ικανοποίηση των πιο νοσηρών και έκλυτων επιθυμιών αναπτύσσονταν ξέφρενα και έρχονταν σε σύγκρουση κάθε στιγμή με τους ίδιους τους αστικούς νόμους γιατί είναι τελείως φυσικό ο πλούτος που προέρχεται απ' την κερδοσκοπία να γυρεύει την ικανοποίηση του, εκεί ακριβώς όπου οι απολαύσεις γίνονται ακολασία, εκεί όπου γίνονται ένα το χρήμα, η βρωμιά και το αίμα. Η χρηματιστική αριστοκρατία, με τον τρόπο πλουτισμού της όπως και με τις απολαύσεις της, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αναγέννηση του λούμπεν προλεταριάτου στα ανώτατα στρώματα της αστικής κοινωνίας (υπογραμίζει ο Μαρξ).
»Όσο για τα τμήματα της γαλλικής αστικής τάξης, που δεν βρίσκονταν στην εξουσία, φώναζαν: "Διαφθορά". Κι όταν το 1847 στα πιο διάσημα θέατρα της αστικής κοινωνίας, παρουσίαζαν δημόσια τις ίδιες σκηνές που οδηγούν συνήθως το λούμπεν-προλεταριάτο στα πορνεία, στα φτωχοκομεία και στα τρελοκομεία, μπροστά στους δικαστές, στα κάτεργα και στην κρεμάλα, ο λαός φώναζε: "Κάτω οι μεγάλοι κλέφτες, κάτω οι δολοφόνοι".
»Η βιομηχανική αστική τάξη έβλεπε να απειλούνται τα συμφέροντα της, η μικροαστική τάξη ήταν γεμάτη ηθική αγανάχτηση, η λαϊκή φαντασία ήταν ξαναμένη, το Παρίσι ήταν πλημμυρισμένο από λίβελλους: "Η δυναστεία των Ρότσιλντ", "Οι τραπεζίτες είναι οι βασιλιάδες της εποχής" κλπ., με τους οποίους, καταγγέλανε και στιγματίζανε, με περισσότερο ή λιγότερο πνεύμα, την κυριαρχία της αριστοκρατίας του χρήματος».
Αυτά γράφει ο ηθικολόγος, μικροαστός Μαρξ. Κατηγορεί τους κακούς της χρηματιστικής αριστοκρατίας χωρίς να βλέπει ο αφελής τους αντικειμενικούς παράγοντες της κοινωνίας.
Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Μαρξ όχι μόνο δεν λέει ότι οι καπιταλίστες είναι κοινωνικά απατεώνες αλλά αντίθετα κάνει σαφή διάκριση και αντιδιαστολή ανάμεσα στη χρηματιστική αριστοκρατία της εποχής και τη βιομηχανική αστική τάξη. Ανάμεσα στον πλουτισμό απ' την παραγωγή και τη δόλια υποκλοπή ήδη υπάρχοντος πλούτου των άλλων που κάνει αυτή η χρηματιστική αριστοκρατία. Ακόμη τέλος και απ' τον τρόπο ζωής, τη διαφθορά και την κραιπάλη αυτού του τμήματος της αστικής τάξης και τη σχέση του με την αστική τάξη παραλλήλιζε τη σχέση του λούμπεν προλεταριάτου με το προλεταριάτο. Συνεπώς η δήθεν «μαρξιστική» άποψη του αρθρογράφου μας, δεν είναι τίποτε περισσότερο απ' τη χονδροειδή, χυδαία παραποίηση του, τον κλασσικό μηχανιστικό «μαρξισμό» που οδήγησε και οδηγεί στη συρρίκνωση το κομμουνιστικό κίνημα στη χώρα μας.
Κι επειδή υποπτευόμαστε ότι διάφοροι «θεωρητικοί» μπορεί να σφυρίξουν στον αρθρογράφο μας τίποτε περί «νεαρού Μαρξ» μπας και βρει σανίδα σωτηρίας θα προσθέσουμε ότι ακόμη και κατά την άποψη του Αλτουσέρ η επιστημολογική τομή στο Μαρξ τοποθετείται το 1845 με τη Γερμανική ιδεολογία και βέβαια με το έργο του «Ταξικοί αγώνες στη Γαλλία» που γράφτηκε το 1850 και είναι έργο της περιόδου ωρίμανσης και άρα του επιστημονικού σοσιαλισμού του Μαρξ και όχι ιδεολογικό του «νεαρού» είτε καντιανού-φιχτιανού είτε φουερμπαχιανού Μαρξ.
Η παραπάνω άλλωστε θέση του αρθρογράφου δεν είναι μόνο παραποίηση αλλά και καθαρή άρνηση του έργου του Μαρξ. Κι αυτό γιατί ολόκληρο το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου λύνει τη θεωρητική δυσκολία στην οποία είχε φάει τα μούτρα του ο Ρικάρντο, και εξηγούσε την παραγωγή υπεραξίας με ανταλλαγή ισοδύναμων, δηλ. με απάτη, θέση που υιοθέτησαν και εκμεταλλεύτηκαν οι ουτοπιστές σοσιαλιστές Όουεν και Σαιντ Σιμόν. Αντίθετα η βασική θεωρητική προσφορά του Μαρξ —τουλάχιστον για το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου— είναι ότι κριτικάροντας την πάρα πάνω θέση κι επανεξετάζοντας όλες τις προηγούμενες έννοιες (του Σμιθ και Ρικάρντο), έκανε τη μεγαλοφυή ανακάλυψη ότι δεν είναι η εργασία αλλά η εργατική δύναμη που ανταλλάσσει με την αξία της το μισθό κι ότι αυτή παράγει αξία μεγαλύτερη απ' αυτόν, δηλ. χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της ανταλλαγής εμπορευμάτων κι επομένως και της εργατικής δύναμης, ανταλλαγή ισοδυνάμων. Αυτή είναι η κύρια επιστημονική συμβολή του Μαρξ στο πρώτο βιβλίο κι όχι βέβαια η υπεραξία, την οποία αναγνώριζαν —παρ' ότι συγκεχυμένα— τόσο ο Άνταμ Σμιθ όσο και ο Ρικάρντο. Κατά συνέπεια η καπιταλιστική εκμετάλλευση, δηλ. η απομύζηση υπεραξίας, είναι οικονομικό φαινόμενο και δεν έχει σχέση ούτε με τη δικαιοσύνη, ούτε με την αιώνια ηθική, στις οποίες ανάγονται η απάτη κι η ληστεία. Αυτό μπορεί να μην αρέσει σε μερικούς αλλά δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι αυτή η θέση είναι μαρξιστική. Η θέση ότι η καπιταλιστική εκμετάλλευση είναι απάτη είναι θέση των ουτοπιστών σοσιαλιστών Όουεν, Σαιν Σιμόν κλπ. Κι η επανάληψη της σήμερα μας πάει πίσω, είναι δηλ. όχι ανανέωση αλλά θλιβερή αναπαλαίωση, μας πάει απ' τον επιστημονικό στον ουτοπικό σοσιαλισμό.
Τα πάρα πάνω βέβαια ίσως να θεωρηθούν σαν κοινοτυπίες, αλλά δεν μπορούν ορισμένοι σήμερα να μας αραδιάζουν διάφορες αρλού-μπες σα μαρξισμό.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ληστεία των δανείων, η παράνομη εξαγωγή συναλλάγματος, το φουντάρισμα των προβληματικών, η μη πληρωμή φόρων και άλλες απάτες της λματ, με την παραβίαση του αστικού νόμου, δεν είναι απάτες και ληστείες. Καμιά κοινωνία μέχρι σήμερα δεν έχει ανακαλύψει άλλες λέξεις για να χαρακτηρίσει τις πάρα πάνω πράξεις. Και οποιαδήποτε άποψη του τύπου «ε! αυτά γίνονται παντού», είναι μια αξιοθρήνητη προσπάθεια του γνωστού πολιτικού χώρου με πολιτικό στόχο την αδρανοποίηση του λαού για να μην αγωνιστεί ενάντια στους απατεώνες της λματ και το συνυπεύθυνο πολιτικό προσωπικό, άρα για να αμβλύνει τις ταξικές αντιθέσεις, να συμβάλει αποφασιστικά στη συντήρηση αυτού του καθεστώτος. Είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κρύψει το ρόλο του αριστερού άλλοθι αυτού του καπιταλισμού μπανανίας της λματ. Και φαίνεται τελείως καθαρά τι κούφιες σαπουνόφουσκες για να καλυφθεί ο πάρα πάνω ρόλος τους είναι τα λόγια: «Ν' αγωνιστεί, το εργατικό κίνημα για να χτίσει μια υγιή κοινωνική και πολιτική πλειοψηφία», και να προσπαθήσει «ν' αναδειχθεί σε ηγεμονική δύναμη ερμηνεύοντας και συνθέτοντας τις κοινωνικές,, αντιθέσεις». Γιατί τί πλειοψηφία θα χτίσεις, αφού όταν ο λαός και οι εργαζόμενοι φωνάζουν «κάτω οι κλέφτες», για να θυμηθούμε και το Μαρξ, εσύ καθισμένος στην πολυθρόνα σου του απαντάς με ύφος ειδήμονα: «Ήσυχα ρε παιδιά, κλέφτες υπάρχουν παντού, οι καπιταλιστές πάντα κλέφτες θάναι. Κι αφού θα υπάρχουν πάντα, δεν ωφελεί ν' αγωνιστείτε, καθείστε στ' αυγά σας»; Κι ύστερα απορούν γιατί οδεύουν απ' το 74 αργά αλλά σταθερά προς την εξαφάνιση τους από την πολιτική σκηνή, παρά τη συνεχή προσπάθεια που κάνουν να «βάλουν τα ρούχα τους αλλιώς».
Εκεί όμως όπου ο λαμπρός αυτός δημοσιογράφος όχι μόνο ανοίγει νέους πλατιούς ορίζοντες στην περίφημη δημοσιογραφική δεοντολογία' δίνοντας παράλληλα λαμπρό δείγμα του περίφημου «ήθους και ύφους» του γνωστού πολιτικού χώρου, αλλά και προωθεί σε νέα άγνωστα πεδία τη μαρξιστική θεωρία με μια σουρεαλιστική ανανέωση της, είναι όταν μας κατηγορεί ότι αγωνιζόμαστε όχι για το σοσιαλισμό, αλλά για την εξυγίανση του καπιταλισμού για να μπορέσει προφανώς η αστική τάξη στον τόπο μας να εκπληρώσει τον ιστορικό της ρόλο, τη δόλια υποκλοπή υπάρχοντος ήδη πλούτου των άλλων, όπως θάλεγε κι ο Μαρξ. Και αυτό όταν όχι μόνο λέμε το αντίθετο, αλλά όταν επί πλέον αυτό αποτελεί την κύρια, βασική, κεντρική ιδέα όλου του κειμένου που επαναλαμβάνεται σε πολλά σημεία. Λέμε: «Το πολιτικό αυτό πλέγμα μιας κοινωνικής τάξης κι ενός στρώματος κρατικής γραφειοκρατίας είναι υπεύθυνο πολιτικά, κοινωνικά, ιστορικά για τη σημερινή κρίση, τη βαθμιαία αποβιομηχάνιση, την αυξανόμενη αποσύνθεση της οικονομίας, τον επερχόμενο μαρασμό και χρεωκοπία. Είναι υπεύθυνο για το ότι απέτυχε να προωθήσει μια αυτοδύναμη κι ισόρροπη ανάπτυξη με μια σχετική αυτονομία. Με μια λέξη έχουμε να κάνουμε με την ιστορική αποτυχία και χρεωκοπία της ντόπιας μεγαλοκαπιταλιστικής τάξης, σαν τάξη κι όχι σαν άτομα, με την ευρεία έννοια, δηλ. είτε ιδιοκτήτες είναι είτε οι πολυδιαφημισμένοι μάνατζερ, είτε ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, που διοικούν το δημόσιο τομέα και τις κρατικές υπηρεσίες, μια χρεωκοπία τόσο του ιδιωτικού όσο και του κρατικού τομέα αυτού του καπιταλισμού μπανανίας». Και πάρα κάτω λέμε: «Στη χώρα μας έχουμε μια ιστορική αποτυχία της άρχουσας τάξης, της λματ και του πολιτικού προσωπικού της ν' αναπτύξει αυτοδύναμα και με σχετική αυτονομία τη χώρα. Αυτό το φαινόμενο είναι μοναδικό για το Δυτικό Ευρωπαϊκό χώρο. Αυτή η αποτυχία, εξηγήσαμε ότι οδήγησε στη σημερινή κρίση και τον αυριανό μαρασμό. Έτσι η χώρα μας είναι η μοναδική στη Δυτ. Ευρώπη όπου υπάρχει γενικότερο πρόβλημα ταξικής ανακατάταξης, όπου μπαίνει ζήτημα όχι θεωρητικό, αλλά πραχτικό για σήμερα, ν' αναλάβει μια άλλη τάξη την πολιτική ευθύνη της εξόδου απ' την κρίση και να οικοδομήσει μια άλλη κοινωνική ισορροπία. Οι δύο παρά πάνω κατευθύνσεις που αναφέραμε, πούναι απλά κατευθύνσεις κι όχι πολιτικό πρόγραμμα, αποτελούν κατευθύνσεις επαναστατικής προοπτικής και κατά συνεπεία αυτή η τάξη δεν μπορεί νάναι άλλη απ' την εργατική τάξη και τους συμμάχους τους, τις άλλες λαϊκές τάξεις, μετά μάλιστα την πλήρη αποτυχία της μικροαστικής εκδοχής του ΠΑΣΟΚ, με την πλήρη υποταγή του στη λματ. Αυτή η επαναστατική αλλαγή, αντιμονοπωλιακού κι αντιιμπεριαλιστικού περιεχόμενου που δεν μπορεί να επιτευχθεί με σεβασμό των θεσμών και της νομιμότητας, αυτή η Λαϊκή Εξουσία προβάλλει σήμερα σαν η μόνη ρεαλιστική λύση που μπορεί να βγάλει τη χώρα απ' την κρίση και να σταματήσει την πορεία της προς το μαρασμό, την οικονομική χρεωκοπία και την ολοκληρωτική εναπόθεση της τύχης της χώρας στις καλές προθέσεις των Δυτικών Τραπεζών».
Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν, για τον αρθρογράφο μας, το ότι λέμε ότι η άρχουσα μεγάλη αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό απέτυχαν ιστορικά στη χώρα μας σημαίνει ότι είμαστε υπέρ της αστικής τάξης. Το ότι λέμε ότι η χώρα μας είναι η μοναδική στη Δυτ. Ευρώπη, όπου μπαίνει πρόβλημα ταξικής ανακατάταξης όχι θεωρητικό αλλά πραχτικό, κι ότι πρέπει η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, τις άλλες λαϊκές τάξεις, καταλαμβάνοντας την εξουσία να οικοδομήσουν μια άλλη κοινωνική ισορροπία. Να εφαρμόσει ένα επαναστατικό πρόγραμμα, δηλ. παραβιάζοντας τη συνταγματική νομιμότητα, αντιμονοπωλιακό-αντιιμπεριαλιστικό. Οτι οι δύο κατευθύνσεις του πρέπει νάναι α) η κρατικοποίηση (απ' το κράτος της εργατικής τάξης και των συμμάχων της) χωρίς αποζημίωση των προβληματικών και η κατάσχεση των περιουσιακών στοιχείων των ιδιοκτητών του και β) η άρνηση πληρωμής των τοκοχρεωλυσίων των ξένων δανείων για 5 χρόνια παρά μόνο με ποσοστό ίσο με 10% των εξαγωγών, αυτό σημαίνει ότι αγωνιζόμαστε για τον καπιταλισμό. Εδώ βέβαια πέρα απ' τη χυδαία διαστρέβλωση και την καθαρή συκοφαντία έχουμε και μια ντανταϊστική ανανέωση της μαρξιστικής θεωρίας. Πρόκειται για τη θέση σύμφωνα με την οποία το καθεστώς όπου η εργατική τάξη κι οι σύμμαχοι της βρίσκονται στην εξουσία κι εφαρμόζουν ένα πρόγραμμα επαναστατικό σε ρήξη με τη συνταγματική νομιμότητα, είναι καπιταλιστικό. Πρόκειται βέβαια για «μαρξιστική» κοτσάνα που φτάνει μέχρι τα ουράνια όπως θάλεγε κι ο Κύρκος.
Μετά βέβαια απ' το τελευταίο τι να πούμε, θράσος, άγνοια, φτηνή πρόκληση, μανιπουλάτσια από «θεωρητικούς» σύμβουλους που του τα σφύριξαν, μη τολμώντας βέβαια ποτέ να παρουσιάσουν οι ίδιοι ενυπόγραφα και γραφτά τέτοιες αρλούμπες, σπασμωδική αντίδραση, λόγω του πανικού που δημιουργήθηκε σε όλα τα κόμματα ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΚΚΕ εσωτ., απ' την τεράστια θετική απήχηση που είχε η ενέργεια και η προκήρυξη μας στα πλατειά λαϊκά στρώματα και στη βάση τους. Ανερμάτιστες απόψεις ματαιόδοξου γραφιδοβάμονα. Εμείς πάντως κάνουμε τη διαπίστωση ότι με τέτοιες επιδόσεις ο αρθρογράφος έβαλε πλώρη για τα ψηλότερα αξιώματα του καθεστώτος.
Κι είναι δείγμα της κατάπτωσης και εξαχρείωσης του τύπου, το ότι ένα άρθρο ενός τέτοιου επιπέδου δημοσιεύτηκε όχι μόνο σε καθημερινή αλλά και σε μια δημοκρατική εφημερίδα με τη δεύτερη μεγαλύτερη κυκλοφορία.
Νομίζουμε όμως ότι είναι τελείως καθαρό κι ότι ο καθένας μπορεί να καταλάβει τι γίνεται. Υπάρχουν υπεροξυμένες ταξικές αντιθέσεις, υπάρχει μια γενικότερη βαθιά κρίση της ελληνικής κοινωνίας, ένα αδιέξοδο, υπάρχει ένα Λαϊκό επαναστατικό κίνημα που αναπτύσσεται με δυναμικά μέσα για να ανατρέψει αυτό το καπιταλιστικό καθεστώς και για να οικοδομήσει το σοσιαλισμό. Υπάρχουν τα αριστερά κόμματα στα οποία οι εργατικές μάζες έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη. Αυτά μαζί με τον τύπο τους προσπαθούν να αποκόψουν το επαναστατικό κίνημα απ' τις λαϊκές μάζες, που η τελευταία ενέργεια έδειξε καθαρά ότι το υποστηρίζουν όλο και περισσότερο. Κι εφαρμόζουν την κλασσική μέθοδο της συκοφαντίας, λέγοντας ότι οι λαϊκοί αγωνιστές που αγωνίζονται με τα όπλα στο χέρι ρισκάροντας τα πάντα και τη ζωή τους, δεν το κάνουν για κάτι ανώτερο, για ένα καθεστώς, το σοσιαλισμό, πούναι το μόνο που αξίζει να το κάνεις, αλλά για τον καπιταλισμό, δηλ. το καθεστώς που υπάρχει. Νομίζουμε απλά ότι αποφάσισαν να ταΐσουν τον ελλ. λαό κουτόχορτο.

Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ

Υ.Γ. Δεν είμαστε εμείς που τηλεφωνήσαμε στην Ελευθεροτυπία, λέγοντας ότι δήθεν θα στέλναμε κάποιο κείμενο, και αγνοούμε ποιος και γιατί το έκανε.