Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

1989-02-02 Σχολιασμός του τύπου

Επαναστατική Οργάνωση 17 ΝΟΕΜΒΡΗ
Αθήνα 2-2-89
Για άλλη μια φορά ο τύπος φάνηκε αντάξιος του εαυτού του, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις. Ψευδολογίες, αλλοπρόσαλες θέσεις, κυνισμός, συμφέροντα, προσωπικές και συλλογικές σκοπιμότητες είναι εξώφθαλμες σε βαθμό που νάναι μάταια και να περιτεύει οποιαδήποτε προσπάθεια «διαλόγου».
Άλλοι λένε ότι ψηφίζουμε ΠΑΣΟΚ (!), άλλοι ότι αποσταθεροποιούμε, άλλοι ότι μας καθοδηγούνε οι μυστικές υπηρεσίες, άλλοι ότι είναι ύποπτο το γεγονός ότι γίνονται βίαιες ενέργειες σε περίοδο κρίσης (!), άλλοι ότι τρομοκρατούμε τους δικαστές για να μην κάνουν κάθαρση (!). Άλλοι δεν πτοούνται μπροστά στις μεγαλύτερες ασυναρτησίες και ψευδολογήματα, όταν υποστηρίζουν ότι στην Ιταλία 7000 αντάρτες πόλης ήταν ενεργούμενα των μυστικών υπηρεσιών (!). Άλλοι ψεύδονται όταν αποδίδουν την επίθεση στον εισαγγελέα Ανδρουλιδάκη στις Αντιεξουσιαστές Μάζες και συνεχίζουν να ψεύδονται συνειδητά πια, όταν αντί να επανορθώσουν γράφουν ότι οι ασφαλίτικοι μηχανισμοί ευθύνονται για τις πρόσφατες βομβιστικές ενέργειες, ενώ γνωρίζουν ότι αυτές έγιναν είτε από μεμονωμένους αγωνιστές είτε από νέες μικρές ομάδες αγωνιστών της άκρας αριστεράς. Επαναλαμβάνοντας έτσι το παλιό τους ψέμα με το οποίο είχαν αποδώσει βόμβες του ΕΛΑ ενάντια σε αμερικάνικα αυτοκίνητα, σε παρακρατικούς του Αβέρωφ σαν δήθεν απάντηση για την εκλογή του Ράλλη σαν αρχηγού της Ν.Δ.
Οι ίδιοι πάλι, συνεχίζουν να κάνουν την παπιά επί ένα χρόνο και να μην απαντούν στο καίριο ερώτημα που βάλανε —κι όχι μόνο εμείς — πέρσυ. Πώς και γιατί ο Μπάαντερ, η Μάινχοφ, οι Γερμανοί αγωνιστές της ΡΑΦ, οι Ιταλοί αγωνιστές των Ερυθρών Ταξιαρχιών ήταν επαναστάτες αντάρτες πόλης «που βρήκαν στην επανάσταση την ανθρωπιά τους», όπως ισχυρίζονταν τότε, κι όχι «εγκληματίες», «δολοφόνοι», «αυτόκλητοι κουμπουροφόροι τιμωροί» που «αφαιρούσαν το δικαίωμα στη ζωή απ' τα θύματα τους», όπως ισχυρίζονται σήμερα; Πώς και γιατί ο Πόλε, ο Φολίνι ήταν πολιτικοί κρατούμενοι κι όχι εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου; Γιατί ή ήταν επαναστάτες κι άρα πολιτικοί κρατούμενοι και σωστά έγιναν κινητοποίηση κι αγώνας ενάντια στην έκδοση τους, ή ήταν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου «αυτόκλητοι κουμπουροφόροι» κλπ. και κακώς έγινε αυτή η κινητοποίηση, όπως άλλωστε δεν έγινε αγώνας για άλλους αλλοδαπούς του κοινού ποινικού δικαίου που εκδόθηκαν.
Εκτός πια κι αν το γνωστό κόμπλεξ του Έλληνα μικροαστού απέναντι στη Δυτική Ευρώπη οδηγεί στον παραλογισμό ότι σωστά γίνεται αντάρτικο πόλης στις υπανάπτυκτες, μη δημοκρατικές κι εξαρτημένες Δυτική Γερμανία και Ιταλία και κακώς στην αναπτυγμένη, δημοκρατική κι ανεξάρτητη Ελλάδα.
Άλλοι πάλι των οποίων τις απάτες και τα ψευδολογήματα ξεσκεπάσαμε πριν τρία χρόνια, συνεχίζουν σήμερα την ίδια τακτική, δίνοντας δίκαιο στον Μπαλζάκ όταν αποκαλούσε τις εφημερίδες «χαμαιτυπείο της σκέψης», «αποθήκες δηλητηρίου» που «ξεπερνάνε το πιο βρώμικο εμπόριο όσον αφορά την κερδοσκοπία και τη συναλλαγή». Έχουν το θράσος να παρουσιάζουν σαν έγκυρο και να «σχολιάζουν» ένα γκάλοπ —τη στιγμή που δε χάνουν ευκαιρία να κατακεραυνώνουν ως πλαστό και στημένο οποιοδήποτε γκάλοπ δεν ευνοεί τον πολιτικό τους χώρο— στο οποίο παραβιάζεται βάναυσα η βασική αρχή, που θα το καθιστούσε στοιχειωδώς γνήσιο και αξιόπιστο: Δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να απαντήσει ειλικρινά ο ερωτώμενος λόγω του φόβου του χαφιεδισμού. Συσκοτίζοντας τέλος κι αποσιωπώντας το βασικό και κύριο συμπέρασμα ότι ακόμη και μ' αυτές τις κίβδηλες και νόθες προϋποθέσεις, προκύπτει αβίαστα απ' το σύνολο των ερωτήσεων, ότι ένα ποσοστό τουλάχιστον 20% που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνάει το 30 ακόμη και το 40% συμφωνεί και υποστηρίζει το ρεύμα της επαναστατικής αριστεράς και τη 17Ν. Ποσοστό που αντιστοιχεί με το επίσης 20% του επίσης νόθου γκάλοπ του καλοκαιριού (18% συμφωνούν με τα κείμενα της 17Ν και 21% δεν θα την κατέδιδαν ποτέ). Ποσοστά που, αν λάβουμε υπόψη μας τον κίνδυνο χαφιεδισμού, είναι τεράστια, κι έχουν πανικοβάλλει το σύνολο των καθεστωτικών δυνάμεων: Γιατί ξέρουν καλό ότι στην πραγματικότητα αυτά τα ποσοστά είναι πολύ μεγαλύτερα, ότι νομιμοποιούν την ένοπλη δραστηριότητα μας και δείχνουν με τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι πλατιές λαϊκές μάζες βρίσκονται στο πλευρό μας και μας υποστηρίζουν. Ποσοστά που καταρρίπτουν τέλος τις ψευδολογίες και κακοήθειες για «αυτόκλητους», «απομονωμένους απ' το λαό», «έσχατες μειοψηφίες» κλπ.
Όλα αυτά τα επιτεύγματα των δημοσιογράφων, ο κυνισμός, η αυθαιρεσία, τα ψέματα, οι «καθημερινές ανώνυμες κακοήθειες τους», «που αντιστοιχούν στις δολιότητες, στις λεηλασίες, στους εμπρησμούς, τις προδοσίες του πολέμου», όπως λέει ο Μπαλζάκ, μας θύμισε το μυθιστόρημα του: Χαμένες Ψευδαισθήσεις. Ο Ένγκελς έλεγε ότι έμαθε περισσότερα για τη Γαλλία της Παλινόρθωσης και του Λουδοβίκου Φίλιππου από το Μπαλζάκ παρά απ' όλα τα οικονομικά εγχειρίδια. Διαβάζοντας όμως το πάρα κάτω απόσπασμα — σε δική μας ελεύθερη μετάφραση — θα δούμε ότι οι αλήθειες που υπάρχουν σ' αυτό το έργο ξεπερνάνε τα χρονικά και τοπικά όρια της Γαλλίας του Λουδοβίκου Φίλιππου.
Η ιστορία διαδραματίζεται γύρω στο 1840. Το καθεστώς είναι Συνταγματική Μοναρχία. Ο τύπος βρίσκεται στα πρώτα του βήματα και οι εφημερίδες πουλούνται κυρίως μέσω συνδρομητών. Στη σκηνή που παρουσιάζουμε, μια μεγάλη παρέα έχει μαζευτεί ένα βράδυ, μετά μια θεατρική παράσταση, στο νέο διαμέρισμα μιας ηθοποιού του θεάτρου, της Φλορίν, φιλενάδας ενός δημοσιογράφου, του Λουστώ, όπου τρώει, πίνει και συζητάει.
Στην παρέα παραβρίσκονται ένας υπουργός, ένας διπλωμάτης, δημοσιογράφοι, εκδότες, ένας συγγραφέας, ένας θεατρικός συγγραφέας, ορισμένοι μεγαλέμποροι, φιλενάδες τους-ηθοποιοί. Επίσης ο κεντρικός ήρωας, ο Λυσιέν, που είναι ένας νεαρός, επαρχιώτης, ταλαντούχος ποιητής και συγγραφέας, που μόλις έχει εγκαταλείψει τη σταδιοδρομία του συγγραφέα κι έχει μπει στη δημοσιογραφία. Μαζί του είναι και η φιλενάδα του ηθοποιός Κοραλί. Τρώνε, πίνουνε λοιπόν και συζητάνε οι δημοσιογράφοι Βινιόν, Μπλοντέ, Λουστώ, ο δημοσιογράφος και εκδότης Φίνο, ο νεαρός συγγραφέας Νάθαν, ο θεατρικός συγγραφέας Ντυ Μπρυέλ, η Κοραλί. Οι υπόλοιποι ακούνε.
— Οι εφημερίδες είναι ένα κακό, λέει ο Κλωντ Βινιόν. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει αυτό το κακό αντί να το πολεμάει. Κι απ' την πάλη που θα προκύψει, ποιος θάναι ο χαμένος; Να το πρόβλημα, — Η κυβέρνηση θάναι η χαμένη, λέει ο Μπλοντέ, έχω βαρεθεί να το φωνάζω. Στη Γαλλία το πνεύμα είναι ισχυρότερο απ' οτιδήποτε, και οι εφημερίδες, εκτός από το πνεύμα, έχουν την υποκρισία του Ταρτούφου. — Μπλοντέ, Μπλοντέ, λέει ο Φίνο, το παρατραβάς: υπάρχουν συνδρομητές εδώ πέρα. — Εσύ βέβαια φοβάσαι, αφού είσαι ιδιοκτήτης μιας απ' αυτές τις αποθήκες δηλητηρίου. Εγώ όμως όλα τα μαγαζάκια σας τα κοροϊδεύω, παρ' ότι ζω απ' αυτά. — Ο Μπλοντέ έχει δίκιο, λέει ο Κλωντ Βινιόν. Η εφημερίδα αντί νάναι ιερό λειτούργημα έχει μετατραπεί σε όργανο που βρίσκεται στην υπηρεσία των κομμάτων. Από όργανο έγινε εμπόριο. Κι όπως όλα τα εμπόρια δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Όπως λέει ο Μπλοντέ κάθε εφημερίδα είναι ένα μαγαζάκι που πουλάει στον κόσμο λόγια πούχουν το χρώμα πούναι αρεστό στην κοινή γνώμη. Αν υπήρχε εφημερίδα των καμπούρηδων, θα απόδειχνε ολημερίς πόσο ωραίοι, πόσο καλοί, πόσο αναγκαίοι είναι οι καμπούρηδες. Η εφημερίδα δεν γράφεται πια για να διαφωτίζει τον κόσμο, αλλά για να κολακεύει την κοινή γνώμη. Για κάθε εφημερίδα λοιπόν έρχεται μια στιγμή, όπου αυτή είναι δειλή, υποκρίτρια, άτιμη, ψεύτρα, δολοφόνος. Σκοτώνει τις ιδέες, τα συστήματα, τους ανθρώπους και γι' αυτόν ακριβώς το λόγο αναπτύσσεται. Κι έχει επί πλέον το ελαφρυντικό πούχουν όλα τα όντα τα προικισμένα με λογικό: το κακό γίνεται αλλά δεν υπάρχει κανένας υπεύθυνος. Είμαστε όλοι μας, εγώ ο Βινιόν, όπως και ο καθένας σας Λουστώ, Μπλοντέ, Φίνο, ένας Αριστείδης, ένας Πλάτωνας, ένας Κάτων, ήρωες του Πλούταρχου. Μετά από κάθε μας κακοήθεια, νίπτουμε τας χείρας μας, είμαστε όλοι αθώοι. Ο Ναπολέοντας εξήγησε αυτό το φαινόμενο ηθικό ή ανήθικο, πάρτε το όπως θέλετε, με μια υπέροχη ρήση που του υπαγόρευσαν οι μελέτες του της Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης: Για τα συλλογικά εγκλήματα δεν υπάρχουν υπεύθυνοι. Η εφημερίδα μπορεί νάχει την πιο φρικαλέα συμπεριφορά, κανένας όμως δημοσιογράφος δεν θεωρεί ότι ατιμάζεται προσωπικά. — Η εξουσία όμως θα θεσπίσει κατασταλτικούς νόμους. Τους προετοιμάζει κιόλας, λέει ο Ντυ Μπρυέλ. — Μπα, τι μπορεί ένας νόμος απέναντι στο γαλλικό πνεύμα, το πιο φινετσάτο διαλυτικό, απαντάει ο Νάθαν. — Οι ιδέες εξουδετερώνονται μόνο με τις ιδέες, απαντάει ο Βινιόν. Μόνο η δικτατορία και ο δεσποτισμός μπορούν να καταπνίξουν το γαλλικό πνεύμα του οποίου η γλώσσα επιτρέπει θαυμάσια τον υπαινιγμό με το αμφισήμαντο υπονοούμενο. Όσο περισσότερο θάναι ο νόμος κατασταλτικός τόσο περισσότερο θα λάμπει το πνεύμα, όπως ακριβώς μεγαλώνει η ισχύς του ατμού όσο πιέζεται περισσότερο. Υποθέστε π.χ. ότι βασιλιάς κάνει κάτι καλό και η εφημερίδα είναι αντιμοναρχική, θα γράψει τότε ότι ο τάδε υπουργός του έκανε το καλό κι όχι ο βασιλιάς και αντίστροφα. Αν η εφημερίδα γράψει μια αισχρή συκοφαντία που επινόησε, είναι γιατί κάποιος της έδωσε την πληροφορία. Σ αυτόν που διαμαρτύρεται για την συκοφαντία, δίνει μια συγγνώμη και ξεμπλέκει. Αν η εφημερίδα οδηγηθεί στα δικαστήρια, παραπονείται γιατί δεν της ζήτησαν προηγουμένως να επανορθώσει. Αν όμως της ζητήσετε την επανόρθωση, θα σας την αρνηθεί γελώντας, θα θεωρήσει το έγκλημα της απλό καλαμπουράκι. Τέλος χλευάζει το θύμα της, αν αυτό θριαμβεύσει δικαστικά. Αν πάλι καταδικαστεί σε βαρύ χρηματικό πρόστιμο, θα χαρακτηρίσει το μηνυτή εχθρό της δημοκρατίας, των ατομικών ελευθεριών, της χώρας και της προόδου, θα πει ότι ο κ. Τάδε είναι κλέφτης εξηγώντας ότι είναι ο τιμιότερος άνθρωπος της χώρας. Έτσι τα εγκλήματα της εφημερίδας είναι καλαμπουράκια. Οι μηνυτές της είναι τέρατα. Μπορεί σε μια ορισμένη στιγμή να κάνει τους καθημερινούς αναγνώστες της να πιστέψουν ό,τι αυτή θέλει. Οτιδήποτε δεν της είναι αρεστό, είναι αντιδημοκρατικό και η εφημερίδα έχει πάντα δίκηο. θα χρησιμοποιήσει τη θρησκεία ενάντια στη θρησκεία, το σύνταγμα ενάντια στο βασιλιά. Όταν η Δικαιοσύνη τη θίξει, θα τη χλευάσει. Και θα την εγκωμιάσει όταν αυτή εξυπηρετήσει τα λαϊκά πάθη. Για να βρει νέους συνδρομητές, θα επινοήσει τους συγκινητικούς μύθους, θα κάνει τη φιγούρα της σα θεατρίνα. Η εφημερίδα θα προτιμούσε να ξεγυμνώσει με τους σαρκασμούς της παρουσιάζοντας βορά στο κοινό της τον ίδιο τον πατέρα της παρά να μην μπορέσει να το διασκεδάσει. Είναι ο ηθοποιός που χάνει το παιδί του για να κλάψει πραγματικά, η φιλενάδα που θυσιάζει τα πάντα για τον αγαπημένο της. — Είναι τέλος ο λαός σε ταμπλόιντ, απαντάει ο Μπλοντέ διακόπτοντας το Βινιόν. — Ο λαός υποκριτής και χωρίς γεναιοψυχία, συνεχίζει ο Βινιόν. Η εφημερίδα θα εκδιώξει τα ταλέντα, όπως η Αθήνα εξοστράκισε τον Αριστείδη. Θα δούμε τις εφημερίδες, πούχαν στην αρχή σαν διευθυντές άνδρες με ήθος, να διευθύνονται στη συνέχεια από μετριότητες, από τις ελαστικές συνειδήσεις πούναι προικισμένες με την υπομονή και τη δειλία, αυτές τις ιδιότητες που δεν συναντώνται στα θαραλέα πνεύματα. Ή να διευθύνονται πάλι από μπακάληδες με αρκετά χρήματα με τα οποία θα εξαγοράζουν κονδυλοφόρους. Αυτά τα πράγματα τα βλέπουμε κιόλας. Σε δέκα χρόνια όμως το πρώτο γυμνασιόπαιδο που πήρε απολυτήριο, θα θεωρεί τον εαυτό του μεγάλο άνδρα, θάρθει στην εφημερίδα, θα προκαλέσει τους προκατόχους του, θα προσπαθήσει να τους βάλει τρικλοποδιές, να τους μαχαιρώσει πισώπλατα για να πάρει τη θέση τους. Ο Ναπολέων είχε δίκηο που φίμωσε τον τύπο. Στοιχηματίζω, ότι αν οι σημερινές εφημερίδες της αντιπολίτευσης κατώρθωσαν να σχηματίσουν μια δική τους κυβέρνηση, θα την ανέτρεπαν αμέσως μόλις αυτή τους αρνιόταν το παραμικρό. Χρησιμοποιώντας τα ίδια άρθρα και τα ίδια επιχειρήματα, που χρησιμοποιούν σήμερα ενάντια στο βασιλιά. Όσες περισσότερες παραχωρήσεις γίνονται στους δημοσιογράφους, τόσο περισσότερο οι εφημερίδες γίνονται απαιτητικές. Οι φτασμένοι δημοσιογράφοι θα αντικατασταθούν από φτωχούς και πεινασμένους. Η πληγή είναι αθεράπευτη, θα γίνεται όλο και πιο ανοιχτή, όλο πιο κακοήθης. Κι όσο πιο μεγάλο θάναι το κακό, τόσο περισσότερο θάναι ανεκτό, μέχρι τη στιγμή που η πλήρης σύγχυση, λόγω της πληθώρας των εφημερίδων, θα κυριαρχήσει όπως στη Βαβυλώνα. Όλοι όσοι είμαστε εδώ, ξέρουμε καλά ότι οι εφημερίδες θα ξεπεράσουν το βασιλιά στην αχαριστία, θα ξεπεράσουν το πιο βρώμικο εμπόριο όσον αφορά την κερδοσκοπία και τη συναλλαγή, ότι θα καταβροχθίσουν την εξυπνάδα μας, υποχρεώνοντας μας να παράγουμε το καθημερινό τους όπιο. Κι όμως συνεχίζουμε όλοι μας να γράφουμε, όπως ακριβώς οι μεταλλωρύχοι ενός χρυσορυχείου εξακολουθούν να εργάζονται σ' αυτό παρ' ότι ξέρουν ότι θα πεθάνουν εκεί μέσα. Να, εκεί πέρα, δίπλα στην Κοραλί, βλέπω ένα παληκάρι, πώς τον λένε; Λυσιέν, είναι νεαρός, ωραίος, ποιητής και επί πλέον είναι πνευματώδης, θα μπει λοιπόν μέσα σ' ένα απ' αυτά τα χαμαιτυπεία της σκέψης που λέγονται εφημερίδες, θα πουλήσει τις ωραιότερες ιδέες του, θα αποξηράνει ·το μυαλό του, θα διαφθείρει την ψυχή του. θα διαπράξει . μια σειρά απ' τις γνωστές ανώνυμες κακοήθειες που αντιστοιχούν μέσα στον πόλεμο των ιδεών στις δολιότητες, στις λεηλασίες, στους εμπρησμούς, στις προδοσίες του πολέμου των κοντοτιέρων. Κι όταν πια θάχει δαπανήσει το μυαλό του όπως τόσοι άλλοι στο βωμό των συμφερόντων των μετόχων της εφημερίδας, αυτοί οι έμποροι δηλητηρίου θα τον αφήσουν να πεθάνει της πείνας αν διψάει ή να πεθάνει της δίψας αν πεινάει. — Ευχαριστώ, λέει ο Φίνο. — Αφού τα ξέρουμε όλ' αυτά, λέει ο Κλωντ Βινιόν. Είμαι μέσα στο κάτεργο και η άφιξη ενός νέου κατάδικου μου προκαλεί ευχαρίστηση. Ο Μπλοντέ κι εγώ είμαστε πιο δυνατοί απ' αυτούς τους κυρίους που κερδοσκοπούν με το ταλέντο μας, κι όμως αυτοί θα μας εκμεταλλεύονται πάντα. Κάτω απ' την ευφυΐα μας έχουμε καρδιά, μας λείπουν όμως οι σκληρές και άγριες ιδιότητες του εκμεταλλευτή. Είμαστε τεμπέληδες, και μας αρέσει να ρεμβάζουμε, να διερευνούμε, να κρίνουμε: θα καταστρέψουν το μυαλό μας και θα μας κατηγορήσουν για κακή διαγωγή. — Κι εγώ που νόμιζα ότι θάσασταν πιο αστείοι, πιο διασκεδαστικοί, λέει η Φλορίν. — Η Φλορίν έχει δίκηο, λέει ο Μπλοντέ, ας αφήσουμε τη θεραπεία των δημόσιων νόσων, σ' αυτούς τους τσαρλατάνους τους δημόσιους άντρες. Όπως λέει κι ο Σαργέτ: «ποτέ δεν πρέπει να φτύνεις το λουφέ». — Ξέρετε τι μου θυμίζει ο Βινιόν; λέει ο Λουστώ δείχνοντας το Λυσιέν. Αυτές τις παχουλές γυναίκες της οδού Αθηνάς, που λένε στα γυμνασιόπαιδα: «αγοράκι μου, είσαι πολύ μικρό για νάρχεσαι 'δω...»
Αυτό το καλαμπούρι προκάλεσε το γενικό χάχανο, άρεσε όμως στην Κοραλί. Οι μεγαλέμποροι συνέχισαν να τρώνε και να πίνουν ακούγοντας.
Αθήνα 2-2-89 Επαναστατική Οργάνωση 17ΝΟΕΜΒΡΗ
Υ.Γ. 1. Όσα δήλωσαν και έπραξαν οι δικαστές όλες αυτές τις μέρες, αποδείχνει όχι μόνο ότι είχαμε δίκηο, αλλά επί πλέον ότι έχουν απόλυτη συνείδηση ότι είναι ένοχοι. Ομολόγησαν ανοιχτά ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι ανεξάρτητη, ότι «δικάζουν» χρησιμοποιώντας το Δίκαιο ενάντια στη Δικαιοσύνη. Έκαναν μαζική αποχή, καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό τους ότι δεν μπορούν ν' αντιδράσουν, δείχνοντας έτσι ότι δεν έκαναν μαζική αποχή, ούτε στη Δικτατορία, ούτε όταν αθώωσαν τους Τσάτσους και τους Ανδρεάδηδες, όταν άφηναν ανενόχλητο τον Κοσκωτά να κλέβει. Ομολογούν τέλος μόνοι τους ότι είναι ένοχοι, όταν απαιτούν από τον τύπο να μην αναφέρει τα ονόματα τους. Όλα όσα δήλωσαν και έπραξαν αυτές τις μέρες, αποτελούν την καλύτερη διαφήμιση που θα μπορούσαν να μας κάνουν. 2. Όπως είχαμε δηλώσει στην προκήρυξη μας, δεν είχαμε πρόθεση να εκτελέσουμε τον εισαγγελέα Ανδρουλιδάκη αλλά μόνο να τον τραυματίσουμε στο πόδι όχι γιατί δεν θα το άξιζε αλλά για άλλους λόγους. Αν του είχε προσφερθεί σωστή ιατρική περίθαλψη, θα ήταν στο σπίτι τους μετά 4-5 μέρες, όπως συνέβη τόσο με τον Καψαλάκη όσο και με τον Ταρασουλέα που όμως πήγαν σε ιδιωτικά νοσοκομεία. Οι ιατρικές περιπέτειες του Ανδρουλιδάκη ξαναβάζουν δραματικά το πρόβλημα της εγκληματικής αδιαφορίας του Κράτους-απατεώνα για την υγεία του λαού. Τον ξεζουμάει με φόρους χωρίς να του προσφέρει στοιχειώδη ιατρική περίθαλψη αφού όλοι οι μεγαλόσχημοι, προνομιούχοι πάνε στα ιδιωτικά ιατρεία και στο εξωτερικό με πρώτο και καλύτερο, να δίνει το παράδειγμα που αποτελεί σκάνδαλο, τον ίδιο τον Παπανδρέου. Αν ο Ανδρουλιδά-κης είχε μεταφερθεί σε ιδιωτικό νοσοκομείο σήμερα θάχε αποθεραπευθεί όπως και οι άλλοι.